Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Εξοικείωση και Παραίτηση : το επικίνδυνο διπλό μήνυμα των πρόσφατων εκλογών

 του Δημήτρη Ν. Αγιομυργιαννάκη*  
Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου αντιμετωπίστηκε από πολλούς, ακόμη και μέσα στο ίδιο το κόμμα αυτό, ως ανέλπιστη έκπληξη (ως προς την έκταση της νίκης τουλάχιστον) ή ακόμη και ως ένας προσωπικός θρίαμβος του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. 


Πρόκειται βεβαίως για μια μαγική επικοινωνιακή εικόνα. Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δε θριάμβευσε στις εκλογές, όπως προσπαθούν καθημερινά να μας  πείσουν οι συστημικοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης και κάποια από τα στελέχη του, αλλά αντιθέτως απέσπασε μόλις το 20% του συνόλου των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων (χάνοντας σε απόλυτους αριθμούς 326000 ψήφους σε μόλις 8 μήνες ) έχοντας μάλιστα ταυτόχρονα οδηγήσει σε παραίτηση  το 7% των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου (περίπου 654000 πολίτες αν αφαιρεθούν οι 109159 που διαγράφησαν από τους εκλογικούς καταλόγους μεταξύ Ιανουάριου-Σεπτέμβριου 2015). Το γεγονός αυτό το δίχως άλλο αποτελεί από μόνο του ένα κόλαφο για ένα αριστερό κόμμα το οποίο, μέχρι τον Ιανουάριο, διατυμπάνιζε την προσήλωση του στην αναγκαιότητα ενεργού συμμετοχής του λαϊκού παράγοντα στις πολιτικές εξελίξεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε να εκλέξει 145 βουλευτές , 4 λιγότερους από ότι στις προηγούμενες, με μια προεκλογική καμπάνια όπου κυριαρχούσαν η ηγετική, με παλαιοπασοκικούς όρους «Αλλαγής», μορφή του Αλέξη Τσίπρα και η προσχώρηση στη λογική της  ανάγκης εφαρμογής του τρίτου μνημονίου το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη υπογράψει και δεσμευτεί να εφαρμόσει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το αντίπαλο δέος , η ΝΔ,   βρισκόταν και βρίσκεται σε μια κρίση ομφαλοσκόπησης και εσωστρέφειας, είναι αν μη τι άλλο τουλάχιστον αστείο, να θεωρείται η ψήφος προς το ΣΥΡΙΖΑ ψήφος εμπιστοσύνης ή ψήφος επιβεβαίωσης της ορθότητας των πολιτικών επιλογών της ομάδας Τσίπρα.  Με άλλα λόγια, το βασικό κίνητρο όσων ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν άλλο από μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής μιας ακόμη ολικής επαναφοράς του «Παλαιού» πολιτικού συστήματος, το οποίο όμως, κατά έναν ειρωνικό τρόπο, είχε προλάβει ήδη να τοποθετηθεί στρατηγικά μέσα στο «Νέο», πλην απελπιστικά παλαιό από άποψη αισθητικής κι ουσίας, προσωποπαγές κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές, σε συνδυασμό με την προσπάθεια της ηγεσίας να το μετατρέψει σε ένα ακίνδυνο και βολικό σοσιαλδημοκρατικό ευρωπαϊκό κόμμα, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την ελληνική κοινωνία, πολύ μεγαλύτερους από αυτούς που αντιμετώπισε μέχρι τώρα από το παλαιό πολιτικό σύστημα. Οι πολίτες της χώρας θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι οι εκλογές του Σεπτεμβρίου σηματοδότησαν, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης, τη συμπόρευση - με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους - του συνόλου σχεδόν του κοινοβουλευτικού πολιτικού κόσμου της χώρας με τους δανειστές και τα συμφέροντα που αυτοί εκπροσωπούν. Για πρώτη φορά επίσης από το 2010 μέχρι και σήμερα η προεκλογική πολιτική συζήτηση δεν περιστράφηκε γύρω από την ορθότητα ή μη των μνημονιακών επιλογών αλλά γύρω από το ποιος είναι ο πλέον ικανός να τα εφαρμόσει. 
Η κρίση στην Ελλάδα ήδη διανύει τον έκτο χρόνο της. Οι αντοχές της κοινωνίας, οικονομικές αλλά και ψυχικές, έχουν εξαντληθεί ή βρίσκονται στα όρια της εξάντλησης τους. Οι άνθρωποι, όχι μόνο έχουν εξοικειωθεί στη ιδέα μιας ζωής χωρίς δικαιώματα, αλλά έχουν εσωτερικεύσει μέσα τους την άνωθεν επιβεβλημένη «μαθημένη αβοηθησία», την κατάσταση δηλαδή αυτή κατά την οποία, ο άνθρωπος μαθαίνει ότι δε μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του. Η πεποίθηση ότι τίποτα δε μπορεί να αλλάξει, ότι η αντίσταση είναι μάταιη, έχει ήδη εδραιωθεί ακλόνητα στη συνείδηση των πολιτών, μέσα από τη σωρεία των αλλεπάλληλων ματαιώσεων που το πολιτικό μας σύστημα «εξασφάλισε» για τον τόπο και τους ανθρώπους του.  Υπό αυτούς τους όρους ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ  στο θέμα της υποχώρησης της κοινωνίας και της αδρανοποίησης του λαϊκού παράγοντα αποδείχθηκε κομβικός, καθόσον αυτός ανέλαβε να δώσει το φιλί του Ιούδα στους πολίτες της χώρας, λίγο προτού τους προδώσει και τους ισοπεδώσει με ένα ακόμη μνημόνιο.  
Κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στο σήμερα, το πολύ κοντινό μας μέλλον «προετοιμάζεται» για να υποδεχθεί μαζικά στην αφιλόξενη «αγκαλιά» του, τα παιδιά που θα έχουν ενηλικιωθεί μέσα στην κρίση. Πιθανότατα ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα παιδιά θα έχει μεγαλώσει και μεγαλώνει με τη βία της φτώχειας να στοιχειώνει τα όνειρα τους και να σμιλεύει παραμορφωτικά τον ευαίσθητο ψυχισμό τους. Με την ανεργία σταθερά πάνω από το 25% και αυτή των νέων ανθρώπων στο 50-60%,η αποδοχή μιας ζωής χωρίς προσδοκίες και η άνευ όρων υποταγή της κοινωνίας στη «Νέα Κανονικότητα» (με άλλα λόγια στη δυστοπία της ευελφάλειας, της εργασιακής κινητικότητας, των ελαστικών μορφών εργασίας κι των άλλων ευφάνταστων κι οργουελικών σοσιαλδημοκρατικών νεολογισμών, με τους οποίους προωθούνται ύπουλα εδώ και δεκαετίες οι πλέον ακραίες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις) φαντάζει πλέον όχι απλώς  ως απειλή, αλλά  ως βεβαιότητα. Πλησιάζει δυστυχώς ο καιρός που μια μισθωτή εργασία, χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα με ελαστικό ωράριο, η οποία θα αποφέρει 250 Ευρώ μηνιαίως, θα αντιμετωπίζεται ως προνόμιο, με τον «τυχερό»  εργαζόμενο να μακαρίζεται από γνωστούς και φίλους γι’ αυτό. Εδώ και καιρό άλλωστε, υπερσυντηρητικοί επιχειρηματικοί και οικονομικοί κύκλοι στη Γερμανία, έχουν διατυπώσει ξεκάθαρα την άποψη, ότι η χώρα μας θα πρέπει να «βαλκανοποιηθεί» περισσότερο οικονομικά και ότι ακόμη κι αυτός ο κατώτερος μισθός των 570 Ευρώ δεν αντιστοιχεί στο επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας μας.
Οι άνθρωποι, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι ευπροσάρμοστα όντα και μπορούν να επιβιώσουν σχεδόν κάτω από οποιεσδήποτε  συνθήκες. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θα αντέξει τη λιτότητα, ακόμη και αν αυτή κρατήσει για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αυτό το ξέρουν και οι πολιτικοί που μας κυβερνούν και σε αυτό υπολογίζουν. Ξέρουν επίσης ότι όσοι αντέξουν θα ξεχάσουν τι πραγματικά έγινε, θα «προσαρμοστούν» και θα αποθεώσουν  τον ηγέτη Τσίπρα - ή τον κάθε Τσίπρα - που πήρε τη «σωστή απόφαση» όταν έπρεπε. Όμως το τίμημα της προσαρμογής αυτής θα είναι πολύ μεγάλο και δεν αφορά μόνο αυτούς που χάθηκαν και θα χαθούν στην πορεία προς την «ανάκαμψη» ως παράπλευρες απώλειες ενός ακήρυκτου πόλεμου. Το τίμημα  αφορά όλους μας, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αφού ουσιαστικά μας ζητούν να αποδεχθούμε να ζήσουμε με το τίποτα υποθηκεύοντας τα πάντα,  μας ζητούν να παραδώσουμε στα παιδιά μας και στις επερχόμενες γενεές, ένα χρέος που δημιούργησε το πολιτικό σύστημα πλειοδοτώντας σε ανευθυνότητα και σε άφρονα δανεισμό, ένα χρέος που, ειρήσθω εν παρόδω, αξιολογήθηκε από ειδικούς ως παράνομο, επαχθές και επονείδιστο, μας ζητούν να πάψουμε να ονειρευόμαστε, να προσδοκούμε και γιατί όχι να απαιτούμε, μας ζητούν εντέλει να συναινέσουμε στον εξανδραποδισμό μας με αντάλλαγμα μια ζωή που θα αξίζει κυριολεκτικά λιγότερο κι από ένα κομμάτι ψωμί για το οποίο θα πρέπει μάλιστα να τους χρωστάμε κι ευγνωμοσύνη.
Σε αυτές τις δύσκολες, ιστορικά, στιγμές στις οποίες διακυβεύονται τόσα πολλά, έχουμε όλοι μας την ηθική υποχρέωση όχι μόνο απέναντι στον εαυτό μας και στην Ιστορία του τόπου μας, αλλά κι απέναντι στις επερχόμενες γενιές να αντιδράσουμε στη συνειδητή προσπάθεια εξοικείωσης με τη βαρβαρότητα και εξώθησης σε παραίτηση που επιχειρείται από το πολιτικό μας σύστημα. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποταχθούμε στη μοίρα που μας επιφυλάσσουν, είμαστε όμως υποχρεωμένοι να την καθορίσουμε ως «…ανθρώπινα όντα τα οποία έχουν γεννηθεί ελεύθερα και ίσα σε αξιοπρέπεια και δικαιώματα και είναι προικισμένα με λογική και συνείδηση…», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.
 «Έχεις ευθύνη! Δεν κυβερνάς μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου»
                                                                                    Ν. Καζαντζάκης- Ασκητική
* Ο Δημήτρης Αγιομυργιαννάκης είναι Ψυχίατρος και μέλος της προσωρινής Συντονιστικής Επιτροπής της ΛΑΕ Μεγάρων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.